Welcome to Perivoli Guest Rooms

Welcome to Perivoli Guest Rooms
Our rooms
Showing posts with label Novels. Show all posts
Showing posts with label Novels. Show all posts

Our perivoli

Το περιβόλι μας...

Είναι, νομίζω, από τα πιο ευχάριστα κι ωφέλιμα πράγματα να περνά κανείς λίγες ώρες κάθε μέρα σ’ ένα περιβόλι. Στο ελεύθερο κι ανοικτό αυτό κομμάτι του φυτικού και ζωικού κόσμου, κάτω απ’ τον απέραντο ουρανό, βρίσκεται έτσι μέσα στην ίδια ενέργεια της φύσης, βλέπει και πιάνει το έργο της, αναπνέει την πνοή, κατανοεί τις δυνάμεις της, αισθάνεται την κίνηση της άπειρης, της θαυμαστής και μεγάλης αυτής ζωής και θυμάται πως ένα μικρό της μόριο είναι κι αυτό, ο μεγάλος και περήφανος.

Τέσσερις εποχές ο χρόνος, τέσσερις μορφές ξεχωριστές το περιβόλι μας. Το καλοκαίρι, όταν πια φεύγαμε για την εξοχή, το αφήναμε κατάξερο. λίγα φύλλα στα δέντρα, λίγα λουλούδια στα κιτρινισμένα χαμόδεντρα. Το χώμα φρυγμένο όλο από τις κάθετες, τις φλογερές ακτίνες του ήλιου, έπινε με λαιμαργία το λίγο νερό, που του έριχνε το βράδυ ο κηπουρός. μεγάλες πεταλούδες με βαριά ποικιλόχρωμα φτερά πετούσαν στη ζέστη της ημέρας ή στη δροσιά του δειλινού. Δυο τρεις γρύλοι, κάτω από τα φύλλα της αγαπημένης τους αντράκλας, γέμιζαν τον αέρα της νύχτας με τη γλυκιά, μεταλλική τους φωνή. Οι αράχνες γέμιζαν με πυκνά και σκονισμένα πανιά τους τοίχους και τα δέντρα. Έντομα κι ερπετά διάφορα, αμέτρητα, πολύχρωμα και πολύμορφα, έτρεχαν ανάμεσα στα φύλλα, πετούσαν, έτριζαν, βομβούσαν. Αλλά η φύση φαινόταν σαν να μην είχε πια άλλη ζωή και σιγά σιγά να μαραινόταν. Καμιά γέννηση, τίποτα σχεδόν νέο, τίποτα που να δίνει ελπίδες.


Οι ροδακινιές ήταν φορτωμένες από τα χνουδωτά ροδάκινα, οι αχλαδιές από τα κεχριμπαρένια αχλάδια, τα κλήματα από τα κέρινα σταφύλια. Ο καρπός, δηλαδή το τέλος…Και τα φύλλα όλα σχεδόν ξερά κι οι βλαστοί ολοένα σπάνιοι.

Το περιβόλι μας λουζόταν με χαρά κι ανάσαινε κι έλαμπε ύστερα στον ήλιο με τα μισοκιτρινισμένα υγρά του φύλλα, σαν να ήθελε να μας υποδεχτεί με στολή καθαρή που γυρίζαμε τότε απ’ την εξοχή. Οι σάλιαγκοι γέμιζαν με τα γυαλιστερά τους αχνάρια τους τοίχους και τη γη, σπαρμένη από κίτρινα φύλλα. Οι πεταλούδες πετούσαν πιο ευκολόπιαστες με βρεγμένα φτερά. Τότε εμφανιζόταν κι η πρώτη βλάστηση: η βροχή ζωογονούσε το σπόρο κι όλο το περιβόλι σκεπαζόταν από αραιή πρασινάδα, από μικροσκοπικά βλαστάρια, από φυτά το περισσότερο δικοτυλήδονα, με τα δυο αρχικά καταπράσινα φύλλα πάνω απ’ το χώμα και την κάτασπρη τρυφερή ριζούλα από κάτω. Ήτανε λαχανικά τα περισσότερα, αγριόχορτα, ραδίκια και τσουκνίδες και ζοχοί και αγριοκισσοί- τα περισσότερα καταδικασμένα να πεθάνουν νωρίς και λίγα να κλέψουν περισσότερη ζωή, λησμονημένα στις άκρες των τοίχων…Και ολοένα τα παλιά φύλλα έπεφταν και σωριάζονταν χάμω, κι ο άνεμος τα στριφογύριζε με ήχο ξερό, και η βροχή τα παράσερνε στ’ αυλάκια, και το κρύο γινόταν δυνατότερο κι η ερήμωση ολοένα μεγαλύτερη…

Γρηγόριος Ξενόπουλος, από το έργο «H αδελφούλα μου»

The Perivoli of Samih

Το περιβόλι του Σαμίχ


Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου ο βομβαρδισμός της Σάμου αναγκάζει την οικογένεια της Βαγγελίτσας να ακολουθήσει το δρόμο της προσφυγιάς στην Παλαιστίνη. Στο απόσπασμα που ακολουθεί (από το μυθιστόρημα Tο διπλό ταξίδι) περιγράφεται η ζωή στην έρημο σ’ ένα στρατόπεδο κοντά στη Γάζα και στα γειτονικά περιβόλια, όπου η Βαγγελίτσα συναντά τη Ρασμίγια.

Tα πορτοκάλια για το «μαγαζί» μας τ’ αγοράζαμε από το Σαμίχ, τον περιβολάρη. Τις περισσότερες φορές γέμιζε το δίχτυ μας χωρίς να παίρνει τα δυο γροσάκια, χώρια που μας άφηνε και τρώγαμε όσα θέλαμε. Είχε εφτά παιδιά, έξι αγόρια κι ένα κορίτσι, που τον βοηθούσαν στο περιβόλι όταν γύριζαν από το σχολείο.

Το χωριατόσπιτο του Σαμίχ ήταν χτισμένο στην άκρη του περιβολιού, κάτω από μια θεόρατη λεύκα. Οι ρίζες της ρουφούσαν νερό από το πηγάδι της αυλής και τα κλωνάρια της θέριεψαν κι έφταναν ως τον ουρανό. Ήταν μια παραδεισένια γωνιά μέσα στη ζέστη και την ξεραΐλα του στρατοπέδου. Τα φύλλα της, που τρεμούλιαζαν με το παραμικρό φύσημα, σε καλούσαν να δροσιστείς στη σκιά της, ν’ ακουμπήσεις στον κορμό της και να νιώσεις του χυμούς της ν’ ανεβαίνουν από τις ρίζες.

Όποια ώρα κι αν πηγαίναμε στο περιβόλι, βρίσκαμε τη Ζακίγια, τη γυναίκα του Σαμίχ, να μαγειρεύει σκυφτή πάνω στη φωτιά. Δε θα ’ταν πάνω από 35 χρονών. Το πρόσωπό της όμως, γερασμένο και στεγνό, έδειχνε πως περνούσε πολλές ώρες στον αέρα και στον ήλιο. Μόλις μας έβλεπε, σηκωνόταν όρθια και μας καλοδεχόταν μ’ ένα χείμαρρο αραβικών. Δίπλωνε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της κι όπως ήταν γεμάτα σημάδια και σκασίματα έμοιαζαν με το γέρικο κορμό τής λεύκας. Τις ώρες που δε μαγείρευε, έραβε γιορτινά φουστάνια, δικά της και της κόρης της. Μαύρες φούστες, κεντημένες με γεωμετρικά σχήματα –τρίγωνα, τετράγωνα– όμορφα συνταιριασμένα με κυπαρίσσια, στάχυα, πουλιά, τόσο κόκκινα και βυσσινιά, που δεν μπορούσες να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά.

Τη Ρασμίγια, την κόρη του Σαμίχ, τη γνώρισα όταν πρωτοπήγαμε στο περιβόλι τους. Καθόταν κάτω από τη λεύκα και ξεκούκκιζε ένα ρόδι. Τα χείλια της, τα δόντια της και τα δάχτυλά της είχαν βαφτεί μελιτζανιά. Κοίταζα λαίμαργα το λαχταριστό ρόδι και το ’τρωγα με τα μάτια μου.

... Σαν να βρέθηκα ξαφνικά στη δική μας νησιώτικη αυλή και να ’παιζα με τα παιδιά της γειτονιάς· η ροδιά μας ήταν φορτωμένη με ώριμα ρόδια με σκασμένη φλούδα κι εμείς χιμούσαμε σαν τα σπουργίτια και τσιμπολογούσαμε τα ρουμπινιά σπυριά....

Η Ρασμίγια διάλεξε το πιο μεγάλο ρόδι από το σωρό και μου το πρόσφερε. Ντράπηκα που δεν είχα κι εγώ κάτι να της χαρίσω.

– Θέλετε να σας δείξω τις ζωγραφιές μου, μέχρι να σας κόψει τα πορτοκάλια ο πατέρας μου; πετάχτηκε και χωρίς να περιμένει απάντηση έτρεξε στο χωριατόσπιτο.

– Μα πού έμαθε ελληνικά; απόρησε η Μαρούλα.

Τα στρατόπεδα εδώ γύρω είναι γεμάτα Έλληνες από το 1941. Όλοι σχεδόν οι πρόσφυγες έρχονται κι αγοράζουν φρούτα και κηπευτικά και είναι φυσικό να έχουν μάθει οι ντόπιοι τη γλώσσα μας.

Είχε δίκιο η Κασσιανή. Ο Λεωνίδας έλεγε πως μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, ο στρατός μας πέρασε με χίλιες δυο δυσκολίες στη Μέση Ανατολή για να συνεχίσει τον αγώνα.

Η Ρασμίγια ήρθε πίσω τρεχάτη με μια αγκαλιά χαρτιά. Καθίσαμε οκλαδόν στο χώμα της αυλής. Ο αέρας λες και σταμάτησε να φυσάει ανάμεσα στα φύλλα και τα κλωνάρια χαμήλωσαν πάνω από τα κεφάλια μας, για να δουν το μαγικό κόσμο που φανερωνόταν μπροστά μας. Πώς μπόρεσε η μικρή Ρασμίγια να χωρέσει τόση ομορφιά μέσα σ’ εκείνα τα παλιόχαρτα;

Στο περιτύλιγμα του χασάπη, στην άσπρη κόλλα όπου τυλίγει ο έμπορος το τσίτι, στο χαρτονένιο πάτο ενός κουτιού· πού βρήκε τέτοιο γαλάζιο χρώμα για να φτιάξει τον ουρανό; Και τα χωράφια, γιατί τα ζωγράφισε μενεξελιά, σαν να ήταν σπαρμένα με μενεξέδες; Κι αυτός ο ήλιος, στημένος μεσούρανα, πώς έγινε τόσο φλογερός και πρέπει να σκιάσεις τα μάτια σου για να μη σου τα θαμπώσει;

Οι ζωγραφιές περνούσαν από χέρι σε χέρι: μια αραγμένη βάρκα που έρχεται και τη χαϊδεύει μουρμουριστά το κύμα· το πηγάδι της αυλής με τη βαριά αλυσίδα που ανεβάζει τον κουβά αγκομαχώντας· το πρόσωπο της Ζακίγια χαραγμένο από αγωνία και πόνο.

Ένιωσα την ίδια ταραχή, όπως τότε που η Σάρα έβαζε τις νότες δίπλα δίπλα και το μυαλό αλάφρωνε και πέταγε μακριά.

– Θέλω να ζωγραφίσεις μιαν αυλή που να ’χει στη μέση μια ροδιά με τα πιο όμορφα ρόδια του κόσμου κι από κάτω παιδιά να παίζουν και να σκαρφαλώνουν στα κλαδιά της.

– Θα τη ζωγραφίσω τη ροδιά σου και θα σου τη χαρίσω όταν ξανάρθεις, μου υποσχέθηκε.

Στο δρόμο του γυρισμού δεν περπατούσα, πετούσα. Η καρδιά μου τραγουδούσε: «Έχω μια καινούρια φιλενάδα, έχω μια καινούρια φιλενάδα...». Ήξερα σε ποια θα χάριζα εκείνο το παρατημένο μπλοκ ζωγραφικής και την κασετίνα με τα χρωματιστά μολύβια που μου είχε φέρει ο Λεωνίδας και τόσον καιρό δεν είχα καταφέρει ούτε να τ’ ανοίξω.


Λίτσα Ψαραύτη, "Το περιβόλι του ΣαμίχTο διπλό ταξίδι.