Skip to main content

Posts

Showing posts from June, 2019

in the Dictionary of Standard Modern Greek

περιβόλι το [perivóli] Ο44 : χώρος στον οποίο καλλιεργούνται λαχανικά ή οπωροφόρα δέντρα· (πρβ. μπαξές, κήπος). ΦΡ μου έκανε την καρδιά ~, (ειρ.) με δυσαρέστησε, με στενοχώρησε πολύ: Mου είπε τα νέα και μου έκανε την καρδιά ~. περιβολάκι το YΠΟKΟΡ.
[μσν. περιβόλι(ν) < ελνστ. περιβόλιον `περίφραχτος χώρος΄ υποκορ. του αρχ. περίβολος]
Source